γλυκύς

γλυκύς
сладкий; приятный

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "γλυκύς" в других словарях:

  • γλυκύς — sweet to the taste masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκύς — Επώνυμο τυπογράφων και εκδοτών του 17ου και του 18ου αι. Το επώνυμο αναφέρεται και με τη γραφή Γλυκής. 1. Νικόλαος (Ιωάννινα 1619 – Βενετία 1693). Ιδρυτής του σπουδαιότερου ελληνικού εκδοτικού οίκου της Βενετίας. Αρχικά ασχολήθηκε με εμπορικές… …   Dictionary of Greek

  • γλυκύς, -ιά, -ύ — βλ. γλυκός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλυκίονα — γλυκύς sweet to the taste neut nom/voc/acc comp pl (epic) γλυκύς sweet to the taste masc/fem acc comp sg (epic) γλυκί̱ονα , γλυκύς sweet to the taste neut nom/voc/acc comp pl (attic) γλυκί̱ονα , γλυκύς sweet to the taste masc/fem acc comp sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκέα — γλυκύς sweet to the taste neut nom/voc/acc pl (epic ionic) γλυκέᾱ , γλυκύς sweet to the taste fem nom/voc/acc dual (epic ionic) γλυκύς sweet to the taste fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκυτάτω — γλυκύς sweet to the taste masc/neut nom/voc/acc dual (attic) γλυκύς sweet to the taste masc/neut gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκυτάτων — γλυκύς sweet to the taste fem gen pl (attic) γλυκύς sweet to the taste masc/neut gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκυτέρων — γλυκύς sweet to the taste fem gen pl (attic) γλυκύς sweet to the taste masc/neut gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκέων — γλυκύς sweet to the taste masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) γλυκέω̆ν , γλυκύς sweet to the taste masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκίονος — γλυκύς sweet to the taste gen comp sg (epic) γλυκί̱ονος , γλυκύς sweet to the taste gen comp sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκύ — γλυκύς sweet to the taste masc voc sg γλυκύς sweet to the taste neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»